Για την αναγκαιότητα συγκρότησης Κλαδικού Σωματείου στην Έρευνα

Η επιστημονική έρευνα αναδεικνύεται διεθνώς, και ιδιαίτερα σε χώρες και σχηματισμούς που ηγούνται της καπιταλιστικής ανάπτυξης, σε πυλώνα της οικονομίας και σε βασικό μοχλό της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης στην προσπάθεια ξεπεράσματος της οικονομικής κρίσης. Τα τεχνολογικά επιτεύγματα και η πρόοδος που έχει σημειωθεί σε διάφορες επιστήμες προσελκύουν τεράστιες επενδύσεις από την πλευρά του Κεφαλαίου απασχολώντας ολοένα και περισσότερες/ους εργαζόμενες/ους, σε συνθήκες εντατικοποιημένης εργασίας.

Παρόλα αυτά, και ενώ η έρευνα έχει χαρακτηριστεί πολλάκις ως η ατμομηχανή της ανάπτυξης και ο δρόμος υπέρβασης της κρίσης από τις κυβερνήσεις ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, ο συγκεκριμένος κλάδος δεν είναι σαφώς καθορισμένος ενώ και η ίδια η διαδικασία παραγωγής του ερευνητικού έργου είναι υποτιμημένη. Και αυτό γιατί, πέρα από τη στοχευμένη υποτίμηση της από την πλευρά κράτους και κυβερνήσεων με σκοπό την παγίωση της απλήρωτης ή κακοπληρωμένης ανασφάλιστης και επισφαλούς εργασίας, κυριαρχεί μια αντίληψη που θεωρεί πως η έρευνα δεν είναι εργασία, αφού δεν παράγεται απαραίτητα κάποιο προϊόν κατά την ερευνητική διαδικασία, παραβλέποντας το γεγονός πως αφενός παράγει νέα γνώση και αφετέρου εργασία δεν είναι μόνο ότι οδηγεί σε υλικό προϊόν, αλλά καθετί που παρέχει υπηρεσίες στην κοινωνία, απαραίτητες για την άντληση υπεραξίας από άλλες εργασίες, ή που εξασφαλίζει τους όρους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.

Αυτή η λογική ενισχύεται και από την πληθώρα των “αφεντικών” του κλάδου, δηλαδή τόσο από τις κεντρικές πολιτικές που εφαρμόζονται από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, όσο και από τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα και τις/τους επιστημονικούς υπευθύνους, φορώντας στην ερευνητική εργασία (κυρίως στις/στους ΥΔ) τον μανδύα της εκπαίδευσης, αποκρύπτοντας από τις/τους ερευνητ(ρι)ές το κέρδος που παράγουν. Το κέρδος αυτό καρπώνεται καταρχάς η/ο supervisor μέσω των επιστημονικών δημοσιεύσεων που παράγονται από τη δουλειά των ερευνητ(ρι)ών, οι οποίες οδηγούν σε αύξηση του status και σε τελική ανάλυση της βαθμίδας και τους μισθού της/του. Έπειτα, πέρα από την/τον supervisor, κερδίζει και το ερευνητικό ίδρυμα/πανεπιστήμιο, πάλι μέσω των δημοσιεύσεων που προκύπτουν από την ερευνητική εργασία, ανεβαίνοντας κατάταξη και επομένως προσελκύοντας μεγαλύτερες χρηματοδοτήσεις. Σε επόμενο επίπεδο, κέρδος καρπώνεται και το κράτος στο οποίο ανήκει το εκπαιδευτικό ίδρυμα στο οποίο εργάστηκε η/ο ερευνήτρια/ης μέσω της ίδιας διαδικασίας (αναβάθμιση γοήτρου, προσέλκυση επενδυτών). Ακόμα, κέρδος καρπώνονται και οι εκδοτικοί κολοσσοί των ερευνητικών περιοδικών, αφού παίρνουν δωρεάν τη δουλειά της/του ερευνήτριας/η και την πωλούν πολύ ακριβά. Αξίζει να αναφερθεί πως με αυτή τη διαδικασία των δημοσιεύσεων- γοήτρου-χρηματοδότησης, ακόμα και η πιο αναξιοποίητη από το κεφάλαιο θεωρητική ερευνητική εργασία μπορεί να οδηγήσει σε κέρδος. Έτσι, σε βάθος χρόνου, κέρδος αποκομίζουν οι εταιρείες που χρησιμοποιούν τα ερευνητικά αποτελέσματα είτε έμμεσα (με χρήση των εφαρμογών των αποτελεσμάτων) είτε άμεσα (μέσω απευθείας συνεργασίας των εταιρειών με τα ιδρύματα). Για όλα όσα περιγράφονται παραπάνω, για εμάς είναι ξεκάθαρο πως η επιστημονική έρευνα συγκροτείται σε κλάδο.


Εργασιακές συνθήκες στον κλάδο: Το σύγχρονο καθεστώς εκμετάλλευσης


Στον κλάδο της έρευνας όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, και όντας απόλυτα ενταγμένος στην καπιταλιστική παραγωγή, μπορεί να διακρίνει κανείς τα πολλαπλά επίπεδα εκμετάλλευσης. Η/Ο εργαζόμενη-ος ερευνήτρια-ής έχει ως εργοδότη την ΕΕ, το κράτος και τις επιχειρήσεις (εγχώριες και πολυεθνικές) που αποτελούν τους άμεσους χρηματοδότες και τελικούς αποδέκτες των αποτελεσμάτων της έρευνας. Η/Ο ίδια-ος αποτελεί ωστόσο τον τελευταίο τροχό στην πυραμίδα ιεραρχίας στο χώρο δουλειάς (διοίκηση Πανεπιστημίου ή κέντρου> επιστημονική-ός υπεύθυνη-ος στο εκάστοτε πρόγραμμα> άμεση-ος προϊστάμενος/ προϊσταμένη), η οποία είναι αυτή που καθορίζει τελικά τις εργασιακές συνθήκες και τους όρους απασχόλησης, ανάλογα με τα οικονομικά συμφέροντα και την πολιτική βούληση.

Οι εργασιακές συνθήκες για τις/τους νέες-ους ερευνητ(ρι)ές στην Ελλάδα έχουν χειροτερέψει δραματικά, με το μεγαλύτερο ποσοστό να βρίσκεται σε μία μόνιμη κινητικότητα και εξάρτηση από την προκήρυξη νέων προγραμμάτων, δουλεύοντας με εξοντωτικούς ρυθμούς σε ένα καθεστώς μεταξύ απλήρωτης και χωρίς δικαιώματα μαθητείας και κακοπληρωμένης προσωρινής απασχόλησης. Η μεγάλη πλειοψηφία, ενώ απασχολείται σε συνθήκες μισθωτής-ού (έχοντας συγκεκριμένες υποχρεώσεις και ωράρια), εντούτοις υπογράφει συμβάσεις έργου, αμείβεται υποχρεωτικά με μπλοκάκι και φορολογείται ως ελεύθερη-ος επαγγελματίας, πληρώνοντας τεράστιες ασφαλιστικές εισφορές (αν έχει καταφύγει στην αυτασφάλιση) ή μένοντας χωρίς ιατροφαρμακευτική κάλυψη αν το εισόδημά του δεν επαρκεί. Παράλληλα, άλλοι αμείβονται με υποτροφίες ιδρυμάτων/οργανισμών/κράτους, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό πρακτικά δεν αμείβεται, εργαζόμενο σε αναμονή κάποιας χρηματοδότησης. Στα παραπάνω έρχεται να προστεθεί και το νέο ελαστικά εργαζόμενο διδακτικό προσωπικό, οι ακαδημαϊκοί υπότροφοι και οι συμβασιούχοι διδάσκοντες που αμείβονται μέσω ΕΣΠΑ, λόγω των μηδενικών προσλήψεων μόνιμου διδακτικού προσωπικού. Από τη άλλη, το μόνιμο προσωπικό (ΔΕΠ, ΕΤΕΠ, ΕΔΙΠ, Ερευνητές κτλ) μειώνεται συνεχώς λόγω στης σταθερά μειούμενης δημόσιας χρηματοδότησης.


Οι εργαζόμενες-οι στην έρευνα


Στον συγκεκριμένο κλάδο τις τελευταίες δεκαετίες έχουν κατ’ εξοχήν δοκιμαστεί και εδραιωθεί όλες οι ελαστικές μορφές εργασίας που αναφέρθηκαν παραπάνω, οι οποίες έχουν πλέον γενικευτεί και σε άλλους εργασιακούς κλάδους που αποτελούν μεγάλα πεδία κερδοφορίας (όπως οι τηλεπικοινωνίες και η φαρμακοβιομηχανία). Η κυρίαρχη αφήγηση παρουσιάζει τη συμμετοχή στην παραγωγή νέας γνώσης ως προνόμιο και ευκαιρία προσωπικής ανάδειξης και οικοδόμησης ενός καλού βιογραφικού ή απόκτησης μίας θέσης στο Πανεπιστήμιο. Πριν την κρίση, σε αυτή τη βάση καλλιεργήθηκαν νοοτροπίες υποτέλειας και το χαμαλίκι καθιερώθηκε ως προϋπόθεση για το χτίσιμο καριέρας επιστήμονα, ενώ συχνά δημιουργούνταν προσδοκίες κοινωνικής και οικονομικής ανέλιξης. Με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και μετά, οι αμοιβές μειώθηκαν σε εξευτελιστικά επίπεδα, οι προσδοκίες για πρόσληψη είναι ανύπαρκτες και ταυτόχρονα εκτινάχθηκε η μετανάστευση, οδηγώντας στο περίφημο Brain Drain. Για όσες-ους λοιπόν δεν έφυγαν στο εξωτερικό, ο βιοπορισμός είναι πιο αβέβαιος από ποτέ με τις/τους νέες-ους ερευνητ(ρι)ές να κατέχουν πλέον μία θέση ανάμεσα στους πληττόμενους εργαζόμενους του σήμερα και του μέλλοντος. Η κατάσταση αυτή, πέρα από τις δυσκολίες που συνεπάγεται, δίνει νέες δυνατότητες για την οργάνωση των ελαστικά εργαζόμενων ερευνητ(ρι)ών και τη συλλογική διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους.

Οι εργαζόμενες-οι σε επιστημονικούς και τεχνολογικούς κλάδους της έρευνας αποτελούν όλο εκείνο το δυναμικό που παράγει νέα έρευνα και γνώση. Το προσωπικό αυτό απασχολείται σε διαφορετικές θέσεις (μεταπτυχιακές εργασίες για ερευνητικά προγράμματα, υποψήφιοι διδάκτορες, Post doc ερευνητές, συμβασιούχοι ερευνητές, τεχνικό και διοικητικό προσωπικό, μόνιμο εργαστηριακό- ερευνητικό-διδακτικό προσωπικό, εργαζόμενοι σε spin-off, συμβασιούχοι διδάσκοντες). Ειδικά για τις/τους ΥΔ, ακόμα και η συνθήκη της Μπολόνια αναγνωρίζει μεν την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής ως τον τρίτο κύκλο της ανώτατης εκπαίδευσης, αλλά προτείνει την αντιμετώπιση τους ως early ή first stage researchers όσον αφορά τα εργασιακά τους δικαιώματα. Σε αυτά τα πλαίσια, η φοιτητική ιδιότητα ορίζεται ως το δικαίωμα σε παροχές φοιτητικές μέριμνας, ενώ η ιδιότητα εργαζόμενου ορίζεται ως η σύνδεση του διδακτορικού με απευθείας σύμβαση εργασίας με το πανεπιστήμιο σύμφωνα με το εργατικό δίκαιο κάθε χώρας.

Το μόνιμο διδακτικό-ερευνητικό προσωπικό, έχει τον χαρακτήρα του προϊστάμενου/εργοδότη και κατά πλειοψηφία δικαιολογεί τις ελαστικές σχέσεις εργασίας και την καταπάτηση κάθε δικαιώματος των “από κάτω” στο όνομα του βιογραφικού και της απόκτησης εμπειρίας.


Σωματείο: γιατί και για ποιους;


Αντιλαμβανόμαστε ότι για να γίνουμε πιο διεκδικητικες-οί και αποτελεσματικές-οί στον χώρο εργασίας μας χρειαζόμαστε μια πιο συντεταγμένη κίνηση. Θεωρούμε ότι ο αγώνας για συμμετοχή στους υπάρχοντες συλλόγους, του μη μόνιμου προσωπικού είναι σημαντικός, αλλά δεν αρκεί. Επίσης η συγκρότηση σε συλλόγους ανα ίδρυμα μπορεί να είναι απαραίτητη για επιμέρους ζητήματα, αλλά δεν μπορεί να κερδίσει στα πιο “μεγάλα” προβλήματα του κλάδου όπως η υποχρηματοδότηση, οι συμβάσεις και η ασφάλιση.

Βάσει της παραπάνω λογικής, κρίνουμε ότι είναι αναγκαία η συγκρότηση Κλαδικού Σωματείου Εργαζομένων στην Έρευνα.

Βασικός στόχος του θα πρέπει να είναι η αναγνώριση του εργασιακού κλάδου των ερευνητ(ρι)ών σε όλες τις βαθμίδες της έρευνας. Σημαντική επιδίωξη ακόμα θα αποτελέσει και η πίεση για υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας με αξιοπρεπή ελάχιστο μισθό που να καλύπτει όλες-ους τις/τους εργαζόμενες-ους στην έρευνα. Όλες-οι οι εργαζόμενες-οι στην Έρευνα θα πρέπει να απασχολούνται με συμβάσεις εργασίας έχοντας πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα και όχι συμβάσεις έργου, οι οποίες αποκρύπτουν τη σχέση εξαρτημένης εργασίας που έχουν με τα Πανεπιστήμια και τα Ερευνητικά Ιδρύματα.

Σε αυτό το σωματείο, το οποίο θα είναι πανελλαδικό και θα έχει παραρτήματα σε πόλεις:

  • Μέλη μπορούν να γίνουν όλες-οι οι μη υπαγόμενες-οι στο δημοσιουπαλληλικό κώδικα και ενεργά συμμετέχοντες στην επιστημονική ερευνητική δραστηριότητα ή εκπαιδευτική δραστηριότητα στην Ελλάδα (σε Πανεπιστήμια, ΤΕΙ, Ερευνητικά Κέντρα ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ και όποιου άλλου εκπαιδευτικού ή ερευνητικού Ιδρύματος έχει ή θα έχει στο μέλλον ερευνητική ή εκπαιδευτική δραστηριότητα στην Ελλάδα, άσχετα με την έδρα τους) ανεξάρτητα από ηλικία, φύλο, σεξουαλικό προσανατολισμό , θρήσκευμα και εθνικότητα, και ανεξάρτητα από την ειδικότητά τους, το επίπεδο σπουδών τους, τους τίτλους σπουδών που κατέχουν, την εξειδίκευσή τους και τη σχέση εργασίας τους, ανεξάρτητα από την ύπαρξη γραπτής σύμβασης εργασίας ή όχι, με οποιαδήποτε μορφή απασχόλησης (ενδεικτικά ορισμένου ή αορίστου χρόνου, μερικής ή πλήρους, διαλείπουσας ή εκ περιτροπής απασχόλησης, υπότροφοι ή με εργολαβική σχέση εργασίας ή άμισθοι κ.λ.π.), ανεξάρτητα από το αν το Νομικό Πρόσωπο που τους απασχολεί αποτελεί τον άμεσο ή έμμεσο εργοδότη τους, ασχέτως του τόπου υπογραφής της σύμβασης. Μέλη μπορούν να γίνουν όσοι-ες απασχολούνται στην έρευνα με σκοπό την επιστημονική εμβάθυνση ή την ακαδημαϊκή εξέλιξη τους ή την τεχνική ή διοικητική υποστήριξη στην ερευνητική διαδικασία και προσφέρουν ερευνητική εργασία ή τεχνική ή διοικητική υποστήριξη στο ερευνητικό έργο. Επίσης, όσοι απασχολούνται στην εκπαιδευτική δραστηριότητα σε Πανεπιστήμια ή ΤΕΙ ή Ερευνητικά Κέντρα με τη μορφή ακαδημαϊκού ή πανεπιστημιακού υποτρόφου, για την απόκτηση διδακτικής εμπειρίας ή στα πλαίσια επικουρικού διδακτικού έργου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη γραπτής σύμβασης εργασίας ή όχι. Μέλη του σωματείου μπορούν να γίνουν υποψήφιοι διδάκτορες ανεξάρτητα της ύπαρξης ή μη, σχέσης εργασίας. Μέλη μπορούν να γίνουν εργαζόμενοι με τα παραπάνω χαρακτηριστικά που εργάζονται σε ερευνητικά προγράμματα τμημάτων έρευνας και ανάπτυξης (start-up).
  • Μέλη του Σωματείου δεν μπορούν να γίνουν τα διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες διευθυντικού στελέχους, καθώς και εργαζόμενοι που, εν τοις πράγμασι, επιτελούν διευθυντικό ρόλο που τους ανατίθεται από τη διοίκηση του εκάστοτε ερευνητικού κέντρου – ιδρύματος ή/και από το ίδιο το ερευνητικό έργο/πρόγραμμα.
  • Κέντρο βάρους του σωματείου αποτελούν οι ελαστικά εργαζόμενοι στην έρευνα. Το σωματείο δεν αποκλείει μόνιμους εργαζόμενους στην έρευνα, όμως επί της ουσίας και μέσω του περιεχομένου της δράσης του, αφορά κυρίως τη νέα εργατική βάρδια στον κλάδο της έρευνας.

Για ποια έρευνα παλεύουμε εμείς;


Για εμάς, δεν αρκεί μία στείρα κριτική στο υπάρχον ερευνητικό πλαίσιο ούτε ένας οικονομικός αγώνας για υψηλότερες αμοιβές στον κλάδο. Δραστηριοποιούμαστε σε ένα πανεπιστήμιο-Ε.Κ. που θέλουμε να παράγει έρευνα και γνώση με βάση τις ανάγκες της πλειοψηφίας, να παράγει αξίες χρήσης και όχι εμπορεύματα. Το κριτήριο για την έρευνα στο σύγχρονο πανεπιστήμιο-Ε.Κ. είναι να μπορεί να αυξήσει την κερδοφορία των ιδιωτικών ομίλων ή στη καλύτερη περίπτωση να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του ενός κράτους στον ανταγωνισμό του με άλλα κράτη σε διεθνές επίπεδο. Δεν αρκεί η καταγγελία της επιχειρηματικής δράσης-αν και είναι απαραίτητη. Δε χωράμε σε μία κρατικά χρηματοδοτούμενη έρευνα για τον πόλεμο, την αστυνομία ή το κυνήγι μεταναστών και κατατρεγμένων στα σύνορα και τις μητροπόλεις. Παλεύουμε για έρευνα που θα έχει στόχο τη βελτίωση της ζωής των λαών, τη χειραφέτηση του ατόμου και το ξεπέρασμα της αυταπάτης, του ανορθολογισμού και του σκοταδισμού.

Με τη δράση μας στους χώρους που εργαζόμαστε και μέσω του σωματείου παλεύουμε για:

  • Έρευνα και πανεπιστήμιο με κέντρο τις λαϊκές ανάγκες και όχι τα κέρδη των επιχειρήσεων. Ανατροπή κι όχι προσαρμογή του προσανατολισμού και χρηματοδότησης της έρευνας στους άξονες του Horizon. Αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης για παιδεία και έρευνα. Κατανομή των κονδυλίων έρευνας σε όλους τους επιστημονικούς κλάδους. Όχι στη συγκέντρωση των κονδυλίων σε μονάδες “αριστείας”. Έρευνα που να βασίζεται στην κρατική χρηματοδότηση των ερευνητικών δομών. Όχι στη χρηματοδότηση βάσει ερευνητικών προγραμμάτων, που καθιστούν την έρευνα αποσπασματική και εστιασμένη στην εξασφάλιση πόρων αντί της παραγωγής ποιοτικού ερευνητικού έργου.
  • Ενάντια στην εμπορευματοποίηση της γνώσης και του Πανεπιστημίου. Ενάντια στην διάλυση του Πανεπιστημίου και των ερευνητικών κέντρων και την αντικατάστασή του από αυτόνομες μονάδες “αριστείας”. Ενάντια στην κατάργηση δημοκρατικών κατακτήσεων και τη θέσπιση αυταρχικών μορφών διοίκησης που προσομοιάζουν ιδιωτικές επιχειρήσεις. Κατάργηση του νόμου 4009 και κάθε μορφής ιδιωτικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
  • Ανεμπόδιστη πρόσβαση όλης της κοινωνίας στα αποτελέσματα της έρευνας και στη βιβλιογραφία. Καμία χρήση των ερευνητικών αποτελεσμάτων για εμπορικούς σκοπούς (πατέντες κλπ) και κατάχρηση τους από τους κατασταλτικούς, κρατικούς και δικαστικούς μηχανισμούς.

Δημόσια ηλεκτρονική βάση δεδομένων – αποθετήριο στο οποίο θα κατατίθενται επιστημονικές εργασίες, άρθρα και συγγράμματα στα οποία θα έχουν πρόσβαση όλοι – open source, ενάντια στην λογική της πνευματικής εκμετάλλευσης από εκδοτικούς οίκους

  • Πρόσληψη μόνιμου προσωπικού για την κάλυψη των ερευνητικών αναγκών. Κανένας ερευνητής που δεν εντάσσεται στις κατηγορίες των υποψήφιων διδακτόρων ή φοιτητών (μεταπτυχιακών ή προπτυχιακών) χωρίς μονιμότητα. Κανένας μέλος του διοικητικού, τεχνικού και άλλου αναγκαίου προσωπικού (π.χ. υπηρεσίες καθαριότητας, συντήρηση εγκαταστάσεων) χωρίς μονιμότητα. Κανένας Υ.Δ, μεταπτυχιακός και προπτυχιακός φοιτητής να μην εκτελεί εργασία στη θέση του μόνιμου προσωπικού.
  • Κανένας εργαζόμενος στην έρευνα να μην ετερο-απασχολείται εντός των ερευνητικών δομών. Καμία υποκατάσταση εργασιακής σχέσης με υποτροφία. Όχι στο πρόγραμμα “απόκτησης προϋπηρεσίας” με όρους μαθητείας, η προϋπηρεσία αποκτάται στα πλαίσια της εργασίας, όχι πριν από αυτή. Οι Υ.Δ, μεταπτυχιακοί και προπτυχιακοί σπουδαστές που εργάζονται σε προγράμματα να προσλαμβάνονται με συμβάσεις εργασίας, κι όχι έργου, βάση συλλογικής σύμβασης.
  • Αντικατάσταση όλων των ελαστικών μορφών εργασίας (ΔΠΥ, προγράμματα κοινωφελούς εργασίας κλπ) με συμβάσεις αορίστου χρόνου. Κατάργηση των συμβάσεων έργου και του ΔΠΥ. Μέχρι την κατάργηση των συμβάσεων έργου και ΔΠΥ, καταβολή του ΦΠΑ και κάλυψη των ασφαλιστικών εισφορών από τα ιδρύματα στους συναδέλφους που εργάζονται σε ερευνητικά με ΔΠΥ. Παλεύουμε για την υπογραφή Κλαδικών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας
  • Να προβλέπεται δυνατότητα επέκτασης των ερευνητικών προγραμμάτων για το χρονικό διάστημα διάρκειας απεργίας του κλάδου.
  • Εφαρμογή κανόνων υγιεινής και ασφάλειας στα εργαστήρια και στους χώρους εργασίας. Πρόσβαση σε γιατρό εργασίας για όλες/ους τις/τους εργαζόμενες/ους στην έρευνα.
  • Υποχρεωτική ασφάλιση όλων των εργαζομένων από τα ιδρύματα και τα ερευνητικά κέντρα, ανεξαρτήτως μορφής απασχόλησης
  • Πλήρης προστασία της μητρότητας. Καμία απόλυση εγκύου. Άδειες εγκυμοσύνης και λοχείας ανεξάρτητα απ’ τη μορφή απασχόλησης.
  • Μόνιμη και σταθερή δουλειά, υγεία και παιδεία για όλο το λαό. Αυξήσεις στους μισθούς για να καλύπτονται οι σύγχρονες ανάγκες. Δραστική μείωση των ορίων συνταξιοδότησης και των ωρών εργασίας, όπως επιτρέπει η αλματώδης άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας, για να εξαλειφθεί η ανεργία.